Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

«Βαριές βιομηχανίες» και αβάσταχτη ελαφρότητα .

«Βαριές βιομηχανίες» και αβάσταχτη ελαφρότητα
 η βίαιη μετακίνηση του Επικούριου Απόλλωνα στον νομό Μεσσηνίας
… και ο Κ. Τζαβάρας
 
Tου Παντελή Μπουκάλα  
Αρκεί να το αποφασίσεις κάποια στιγμή ότι οι λέξεις είναι από πλαστελίνη και όχι πλασματάκια με σάρκα, αίμα και ψυχή, που η αντιμετώπισή τους απαιτεί σέβας. Αρκεί να το αποφασίσεις πως και πλασματάκια να είναι, θα τους τσακίσεις τα κόκαλα εσύ, ώστε να λάβουν το σχήμα της αρεσκείας σου, και όχι αυτά τα δικά σου. Με τους αριθμούς ασκείς τη «δημιουργική λογιστική» σου, για να τους σύρεις στα προκατασκευασμένα πορίσματά σου. Με τις λέξεις ασκείς μια κάποια «δημιουργική γραμματική», για να της δώσω ένα αυθαίρετο όνομα. Ελευθερώνεσαι έτσι, γλιτώνεις από τον ψυχικό κόπο του σεβασμού απέναντι στα νοήματα και στην κυριολεξία, καθώς και από το βραχνά της δεύτερης σκέψης. Γίνεσαι πολιτικός, ένας άνθρωπος δηλαδή που χειρίζεται τη γλώσσα με τη μηχανή του απόλυτου σχετικισμού: το νόημα των λέξεων δεν είναι δεδομένο, αλλά εξαρτάται από την περίσταση, από το ακροατήριο, από την εκάστοτε σκοπιά του ρήτορα και το εναλλασσόμενο συμφέρον του.
Ένα από τα πολλά δείγματα «δημιουργικής γραμματικής» ή γλωσσοπολιτικής και «απελευθέρωσης» από την υποχρέωση της κυριολεξίας και της νοηματικής τιμιότητας αφορά τη σημασία που αποδίδεται στο ζεύγος πολιτισμός/τουρισμός και στην τετριμμένη μεταφορά «βαριά βιομηχανία»: Πριν και μετά τις πρόσφατες εκλογές, λοιπόν, βγήκαν πολλοί της πολιτικής, των τουριστικών επιχειρήσεων και της δημοσιογραφικής δημαγωγίας που επανέλαβαν από τα τηλεοπτικά μετερίζια τη διακήρυξη ότι «η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας είναι ο τουρισμός».
Για μια χώρα που σέβεται στοιχειωδώς τον εαυτό της, αυτό θα ’πρεπε να είναι υποτιμητικό, αφού την εντάσσει (ή μάλλον την υποτάσσει) σε ένα πλαίσιο υπηρετικό έναντι των τουριστών, από τους οποίους εξαρτάται απολύτως.
Αν, διακόσια χρόνια μετά την απελευθέρωση, δεν έχουμε να καμαρώσουμε παρά για το ότι είμαστε μια χώρα-service· αν ως τόπος, δηλαδή ως συμπυκνωμένη, πραγματωμένη ιστορία, δεν έχουμε να προσφέρουμε τίποτε άλλο εκτός από τα γνωστά τρία S της τουριστικής αλυσίδας (San, Sea, Sand), τότε είμαστε άξιοι της τουριστικής μοίρας μας. Και ακόμα χειρότερα που όλα αυτά τα S τα διαχειριζόμαστε με κουτοπονηριά, με άπληστη κατάχρηση του περιβάλλοντος, με παρατυπίες και παρανομίες, με φοροκλοπές, και βέβαια μ’ εκείνο το μάγκικο και τάχα μου αντιιμπεριαλιστικό ξεγέλασμα των «κουτόφραγκων».
Αφού λοιπόν «η βαριά μας βιομηχανία είναι ο τουρισμός», τι κάνουμε; Επανιδρύουμε το υπουργείο Τουρισμού, ώστε να πιστοποιηθεί και συμβολικά η έγνοια μας. Λαμπρά. Τακτοποιούμε έτσι τις ενδοκομματικές υποχρεώσεις μας και ικανοποιούμε τις παραταξιακές μας ανάγκες στην περιφέρεια, αναθέτοντας το αξίωμα σε βουλευτίνα εκ Κρήτης· έτσι (μ’ ένα σμπάρο δύο τρυγόνια) τιμάται και η ευγενής παράδοση της τζακοκρατίας, αυτής της εκσυγχρονισμένης εκδοχής της αρχαίας τιμοκρατίας, όπου τα αξιώματα κατανέμονταν ανάλογα με την περιουσία του καθενός.
Να όμως που το ίδιο δόγμα, το ίδιο σλόγκαν έχει κατά κόρον χρησιμοποιηθεί και με άλλο υποκείμενο. Έχει ειπωθεί δηλαδή κατ’ επανάληψη από γαλάζιους και πράσινους ότι «η βαριά βιομηχανία μας είναι ο πολιτισμός» (άρα όχι ο τουρισμός, εκτός πια και έχουμε δύο «βαριές βιομηχανίες», και μάλιστα μη εναρμονιζόμενες). Το είχε πει η Μελίνα Μερκούρη, το ξανάπε ο κ. Βενιζέλος ως υπουργός Πολιτισμού, το διατράνωσε ο κ. Κ. Καραμανλής (ως υπουργός Πολιτισμού και αυτός, όταν πρωθυπούργευε), το βροντοφωνάζουν οι πάντες, όποτε μετρούν Παρθενώνες, Ελ Γκρέκο, Νομπέλ Λογοτεχνίας, Καζαντζάκηδες, Αγγελόπουλους, για να υποχρεώσουν σε σιωπή όσους ξένους μάς ειρωνεύονται. Και, δοθέντος ότι «η βαριά βιομηχανία μας είναι ο πολιτισμός», τι αποφασίστηκε από τη νέα κυβέρνηση; Οχι η αναβάθμιση του υπουργείου Πολιτισμού, όχι ο εφοδιασμός του με πραγματικά κονδύλια (ο προϋπολογισμός του είναι παγίως, και προ κρίσεως, στα όρια της ανυποληψίας), όχι ο εξοπλισμός του με πραγματική ισχύ, αλλά η συγχώνευσή του. Έγινε άραγε κάποια μελέτη; Θα το πιστεύαμε, αν επεισόδια όπως αυτό του κ. Βερνίκου δεν πιστοποιούσαν ότι η «ελληνική ιδιαιτερότητα» ταυτίζεται με την προχειρότητα. Και αν ο κ. Αρβανιτόπουλος δεν δήλωνε το απίστευτο, ότι η συγχώνευση διευκολύνει «συνέργειες που αποβλέπουν στη δημιουργία ενός νέου ρεύματος φιλελληνισμού».
Μόνο και μόνο για να ικανοποιηθεί η εξαγγελία περί «ολιγομελούς κυβερνητικού σχήματος» (που τελικά δεν ικανοποιήθηκε), ο Πολιτισμός υπήχθη στην Παιδεία, στο μεταβαπτισθέν υπουργείο, όπου οβελίστηκε η Διά βίου Μάθηση, παρέμεινε όμως ακλόνητο το «Θρησκευμάτων».
Έπρεπε άλλωστε να βρεθεί θώκος και για τον κ. Τζαβάρα, που τόσο κοπίασε στις εξεταστικές επιτροπές της Βουλής. Το Δικαιοσύνης τού είχαν τάξει, ένα κομμάτι του Παιδείας, Πολιτισμού, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού τού δόθηκε τελικά, κατέχει – δεν κατέχει το αντικείμενο, τον παθιάζει ή δεν τον παθιάζει.
Ουδέν πρόβλημα. Μήπως είχαν στενότερη σχέση με το θέμα ο κ. Πάγκαλος, ο κ. Βενιζέλος, ο κ. Καραμανλής ή ο κ. Σαμαράς, η θητεία του οποίου χαρακτηρίστηκε από την κατάληψη του νέου Μουσείου της Ακρόπολης από Μεσσήνιους και από τη βίαιη μετακίνηση του Επικούριου Απόλλωνα στον νομό Μεσσηνίας;
Το ίδιο επιχείρημα, λοιπόν, της «βαριάς βιομηχανίας» χρησιμοποιείται για δύο προδήλως ασύμβατους σκοπούς και με εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα. Και, άσχετα με τη μέχρι τώρα παρουσία και δράση του υπουργείου Πολιτισμού, η συμβολική αποκαθήλωσή του, την ώρα μάλιστα της δοξαστικής εξύψωσης του τουρισμού, λέει πολλά, κι όλα τους δυσάρεστα.
Μία από τις παράπλευρες συνέπειες της δημιουργίας του τετρακέφαλου υπουργείου είναι η ανάγκη κατασκευής σφραγίδων, πινακίδων, φακέλων κ.λπ. με τον νέο λογότυπο. Θα δαπανηθεί έτσι, άνευ ουσιώδους λόγου, περίπου μισό εκατ. ευρώ, ενώ (υποτίθεται ότι) μετράμε και το πεντάλεπτο.
 Αστεία πράγματα: Τα μεγάλα οράματα δεν αναχαιτίζονται από οικονομίστικες λεπτομέρειες. Παράδειγμα ο κ. Άδωνις Γεωργιάδης: Για να τον γράψει η Ιστορία, και μάλιστα στο πολυτονικό, άλλαξε τις ταμπέλες κατά τη σύντομη υφυπουργική του θητεία κι έβαλε καινούργιες, με δασείες και περισπωμένες. Αλήθεια, τώρα που το αξίωμά του είναι υπουργός Τηλεοπτικής Οχλαγωγίας, τι απέγιναν οι πινακίδες; Μεταφέρθηκαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο, δίπλα στις πινακίδες της Γραμμικής Β΄, δόθηκαν σε μάστορα να σβήσει τις ψιλές ή τις πήρε σπίτι του ο πρώην σαν ενθύμιο ενδόξων ημερών;
Πηγή : ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: