Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

ΠΩΣ ΝΑ ΥΦΑΝΟΥΜΕ ΤΟΝ ΙΣΤΟ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Στην καρδιά της επικαιρότητας της προηγούμενης βδομάδας παγετού, η φροντίδα για την τύχη των αστέγων. Και η επονείδιστη αναλγησία του κυρίου Καμίνη, που θεώρησε καθήκον του να μηνύσει και να παραδώσει στην αγκάλη των ΜΑΤ τους άστεγους που αναζήτησαν καταφύγιο στο παλιό καφενείο του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου. Βέβαια, αυτή η εγκληματική χειρονομία, που θα μπορούσε να έχει τραγικές επιπτώσεις όταν η θερμοκρασία χτυπά αρνητικό ρεκόρ, δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Ο κύριος Καμίνης έχει «βεβαρημένο» παρελθόν, καθώς έχει διαπρέψει στη συστηματική δίωξη των αστέγων από το δημόσιο χώρο, στην αστυνόμευση και «καλλωπιστική» ανάπλαση πλατειών, αφαιρώντας τους πάγκους και στερώντας έτσι από τους άστεγους το ύστατο υπόλειμμα «ζωτικού χώρου».


Της
Βίκης Σκούμπη*


Η δημοτική αρχή της Αθήνας έχει επιδοθεί, όπως έγκαιρα είχε επισημάνει η Ανοιχτή Πόλη, σε ένα συστηματικό κυνήγι μαγισσών με σκοπό την «εξαφάνιση» των αστέγων από το κέντρο της πόλης. Δεν ενδιαφέρεται για την τύχη τους γιατί το κύριο μέλημα της είναι να τους εξοβελίσει από το ιστορικό κέντρο και γενικότερα από τη «βιτρίνα» της πόλης. Αυτοί οι «αόρατοι» άνθρωποι γίνονται ένα ιδιότυπο πολιτικό αντικείμενο φιλανθρωπικής φροντίδας λόγω κακοκαιρίας. Με αυτές τις φιλανθρωπικές εκκαθαρίσεις η βιοεξούσια επιχειρεί να διαμορφώσει ένα αποστειρωμένο αστικό τοπίο, παρκάροντας τα θύματα της πολιτικής της σε περιφερειακά γυμναστήρια και άλλα ακατάλληλα για στέγαση κτίρια, για να τηρηθούν οι επιφάσεις της «ανθρωπιστικής» μέριμνας.

Φαρισαϊκό ενδιαφέρον

Χαρακτηριστικό είναι ότι αρκετοί από τους άστεγους που στοιχειώνουν τους δρόμους της Αθήνας, αρνούνται τα παρεχόμενα «αγαθά» καταγγέλλοντας με διαύγεια τους εκπροσώπους της πολιτικής που τους εξώθησε στην εξαθλίωση, για το φαρισαϊκό ενδιαφέρον τους και για τις υστερόβουλες πολιτικές σκοπιμότητές τους. Πρόκειται μια στάση αξιοθαύμαστη που αποδεικνύει ότι το σοκ της ανέχειας δεν εξαλείφει τις εστίες αντίστασης και δεν δημιουργεί αναγκαστικά εξαγοράσιμες συνειδήσεις. Έτσι οι άστεγοι αντί να βρουν αξιοπρεπή στέγη και φροντίδα που δικαιούνται, στοιβάζονται αγεληδόν σε χώρους χωρίς την κατάλληλη υποδομή, για να μη χρεωθούν οι υπεύθυνοι το πολιτικό κόστος για το θάνατο ανθρώπων που έχουν εγκαταλειφθεί ανέστιοι στο κρύο.
Βέβαια, «στοιβάζονται» τρόπος του λέγειν, γιατί σε μια θρασύτατη ανακοίνωση μετά την επιδρομή των ΜΑΤ εναντίον στο καφενείο του Πνευματικού Κέντρου, ο Δήμος επαίρεται για το ηράκλειο έργο του διευκρινίζοντας ότι «ο αριθμός των 25 άστεγων πολιτών, που την Πέμπτη 25 Ιανουαρίου (πρώτη μέρα της κακοκαιρίας) κατέφυγαν στα δημοτικά κτίρια, ανήλθε τις δύο τελευταίες νύχτες της κακοκαιρίας (30 και 31 Ιανουαρίου) στους 100, με αρκετά μεγάλη –ακόμη και σήμερα– ευχέρεια φιλοξενίας». Έχει άραγε υπόψη του ο κύριος Καμίνης σε ποια επίπεδα ανέρχεται ο αριθμός των αστέγων στην Αθήνα; Μήπως είναι καμιά διακοσαριά, οπότε και δικαίως θριαμβολογεί που πρόσφερε φιλοξενία σε εκατό από αυτούς;

Η εξόντωση του ευάλωτου

H στοργική φροντίδα του γενναιόδωρου κυρίου Καμίνη περιπλανιέται από λέσχη σε λέσχη, από τη μια άκρη της Αθήνας στην άλλη, ώστε οι άστεγοι να μη αποκτήσουν ποτέ ένα συγκεκριμένο σταθερό σημείο αναφοράς στην πόλη. Και βέβαια, για την πρόσκαιρη στέγαση επιλέγονται κατά προτίμηση γειτονιές έκκεντρες ή υποβαθμισμένες ή, ακόμα καλύτερα, και τα δύο. Μην τυχόν οι άστεγοι εγείρουν απαιτήσεις και στο κέντρο της πόλης. Μια ιδιότυπη ανέστια φιλοξενία περιφέρεται από γειτονιά σε γειτονιά και αναπαράγει το καθεστώς του αστικού αποκλεισμού των αστέγων, όντας και η ίδια «άπολις». Κυνηγημένοι από την Κυψέλη στο Ρουφ, από το Γκάζι στον Άγιο Παύλο, οι άστεγοι τελικά δεν βρίσκουν πουθενά τόπο να σταθούν.
Ας προσπαθήσουμε να δούμε σε ποια στρατηγική εντάσσονται αυτές οι επιλογές. Η μοίρα που το κράτος και η διατεταγμένη Παπαδημοκρατία επιφυλάσσει στους άστεγους, αποτελεί μέρος μιας συνολικής στρατηγικής επιλογής που συνίσταται στην ηθική, κοινωνική και, σε τελευταία ανάλυση, φυσική εξόντωση των ευάλωτων και των κατά συνθήκη μη παραγωγικών στρωμάτων. Οι χρόνια ασθενείς, οι εξαρτημένοι, οι πάσχοντες από αναπηρία, οι καρκινοπαθείς, οι ανοϊκοί γέροντες δεν έχουν θέση σε μια κοινωνία που αναδιαμορφώνεται διαλύοντας το κράτος πρόνοιας. Αντιπροσωπεύουν λογιστικό βάρος, δεν παράγουν αρκετά και, το χειρότερο απ’ όλα, είναι καταναλωτικά αδρανείς. Με μια θεαματική αντιστροφή της λειτουργίας της, η βιοεξουσία από μηχανισμός διφορούμενης διαχείρισης της ζωής μετατρέπεται σε μονοσήμαντο φορέα θανάτου.
Οι άστεγοι καλούνται να λάβουν θέση στη στρατιά των πεσόντων του κοινωνικού κανιβαλισμού, που επιβάλλει τη μαζική μεταφορά πλούτου από τις εργαζόμενες και μικρομεσαίες τάξεις στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Καθώς πρέπει να παραμείνουν «αθέατοι» από το κέντρο της Αθήνας, οι άστεγοι εκτοπίζονται στις γειτονιές όπου με την ορατή-αόρατη παρουσία τους μπορούν να λειτουργήσουν ως παράδειγμα εκβιασμού και εκφοβισμού για όσους έχουν ακόμη μια στέγη πάνω από το κεφάλι τους και πρέπει να είναι ενήμεροι για το τί μοίρα τούς περιμένει, αν τυχόν ξεσηκωθούν διαμαρτυρόμενοι για τους μειωμένους ή απλήρωτους μισθούς, για τα ελαστικά ωράρια, τις αδήλωτες υπερωρίες κ.ό.κ. Η βιοεξουσία επιστρατεύει την ανέχεια και την περιθωριοποίηση τους σαν φόβητρο προς γνώση και συμμόρφωση των «τυχερών» που δεν έχουν ακόμη χάσει τη δουλειά και το σπίτι τους.
Με αυτήν την έννοια οι άστεγοι δεν πρέπει να εξαφανιστούν τελείως από τους δρόμους της πόλης, αλλά η παρουσία τους να ελέγχεται, να καναλιζάρεται και να εργαλειοποιείται, ώστε να μην αμαυρώνει την ξεπεσμένη ψωρογκλαμουριά του ήδη πτωχευμένου κέντρου, ενώ εισάγει παράλληλα το φόβο της κοινωνικής έκπτωσης στις λαϊκές γειτονιές. Σε καμία περίπτωση δεν προτείνονται οριστικές λύσεις στέγασης, αλλά προσωρινά και αυτοσχέδια μέτρα, που αποσκοπούν να εγείρουν ένα προπέτασμα καπνού μπροστά στη φρίκη της κοινωνικής εξαθλίωσης. Βρισκόμαστε μπροστά στο ανατριχιαστικό παράδοξο μιας φιλανθρωπίας ενταγμένης σε μια στρατηγική κοινωνικού εκφοβισμού. Η υπονόμευση της ζωής και η υποκειμενική παραίτηση αποτελούν τον ανομολόγητο στόχο αυτής της στρατηγικής.

Η αλληλεγγύη
που ποινικοποιείται


Ταυτόχρονα στο στόχαστρό της πρέπει να μπει και η αλληλεγγύη που ποινικοποιείται, καθότι επικίνδυνη. Οι πρωτοβουλίες αλληλεγγύης δημιουργούν οριζόντιους δεσμούς, υποθάλπουν ανεξέλεγκτες συγκλίσεις και συμπορεύσεις, πυροδοτούν μια δυναμική που μπορεί να ακυρώσει το φόβο. Αν, εμείς, το 99%, διαπιστώσουμε ότι μπορούμε, παίρνοντας τα πράγματα στα χέρια μας, να αλλάξουμε τη δυναμική των εξελίξεων σε επίπεδο γειτονιάς, γραφείου, σχολείου, τότε η μοιρολατρική αποδοχή των τετελεσμένων και η απεγνωσμένη μέριμνα για την προσωπική μας επιβίωση θα πάψει να καταδυναστεύει την ύπαρξή μας. Αν υπερβούμε τον ασφυκτικό κλοιό του κοινωνικού άγχους επιβίωσης και αποκτήσουμε πολιτική κινητικότητα συλλογικού υποκειμένου ίσως μπορέσουμε να κατακτήσουμε και πάλι τα κλεμμένα όνειρα της ζωής μας.
Δεν θεωρώ σκόπιμο τον παραλληλισμό με την κατοχή και το ρόλο του ΕΑΜ, γιατί οι συνθήκες είναι ριζικά διαφορετικές: βρισκόμαστε αντιμέτωποι όχι με ένα στρατό κατοχής, αλλά με μια διεθνή χρηματοπιστωτική μαφία και τους ιθαγενείς υπαλλήλους της. Παρόλα αυτά θα ήθελα να επισημάνω ότι το ΕΑΜ ξεκίνησε «σώζοντας το λαό από την πείνα» όπως λέει και ο ύμνος του. Γιατί η πείνα εν προκειμένω δεν είναι αποτέλεσμα φυσικής καταστροφής, αλλά οριακών πολιτικών λιτότητας. Στις ακραίες συνθήκες που ζούμε, οι απαιτήσεις της βιομέριμνας τείνουν να επιβάλλουν την επονείδιστη αρχή «ο θάνατος σου η ζωή μου», όμως το ζητούμενο για μας είναι να αναδείξουμε τον κοινό παρονομαστή της ύπαρξής μας και να διανοίξουμε το δρόμο που οδηγεί από το «καθείς για την πάρτη του» στο «όλοι για έναν, ένας για όλους». Το πολιτικό στοίχημα είναι να μπορέσουμε να μετατρέψουμε την απόγνωση σε δύναμη αυτοοργάνωσης και πρωτοβουλίας.
Να γιατί ο Δήμος και οι αρχές διώκουν πρωτοβουλίες για άστεγους και αυτοσχέδια συσσίτια. Γιατί για την εξουσία κάθε πρωτοβουλία που δεν εντάσσεται σε κρατικό ή εποπτευόμενο από το κράτος θεσμό, είναι ανεξέλεγκτη και επομένως δυνητικά ανατρεπτική. Στο βαθμό που αυτές οι πρωτοβουλίες πολλαπλασιάζονται και διαχέονται σε όλη την κοινωνία, μεταθέτουν τα όρια ανάμεσα στο εφικτό και το ανέφικτο, αναδεικνύοντας καινοφανείς δυνατότητες πέρα από το νοητό κατώφλι του δυνατού. Μετατοπίζεται ριζικά ο ορίζοντας του αδύνατου, στο μέτρο που αποδεικνύεται ότι οι απαξιωμένοι και παραγκωνισμένοι έχουν την ισχύ να αλλάξουν όχι μόνο τα δεδομένα μιας κατάστασης, αλλά και τους κανόνες του παιγνιδιού.

Τα λίγα που μπορεί
να μετρήσουν πολύ


Εδώ και τώρα, εμείς που έχουμε ακόμη μια στέγη πάνω από το κεφάλι μας, τι μπορούμε άραγε να κάνουμε ; Λίγα και ανεπαρκή, αλλά αυτά τα λίγα μπορεί να μετρήσουν πολύ. Μπορούμε να οργανωθούμε άτυπα –όπως εξάλλου γίνεται σε κάποιους δήμους και γειτονιές– ώστε να προσφέρουμε κάποια στοιχειώδη σε εκείνους που στερούνται τα πάντα. Να αναλάβουμε ανά δύο ή τρεις, έναν άστεγο της γειτονιάς μας και εναλλάξ να του προσφέρουμε λίγο σπιτικό φαγητό, ένα καθαρό ρούχο, ένα ζεστό ρόφημα και ενδεχομένως πληροφορίες, για παράδειγμα, δωρεάν ιατροφαρμακευτικής φροντίδας.
Δεν εννοώ να το παίξουμε φιλόπτωχο ταμείο ή κυρίες του κατηχητικού που ασχολούνται με αγαθοεργίες. Γιατί προσφέροντας κάτι σε αυτούς τους ανθρώπους, η ζωή των οποίων διαλύθηκε από την κρίση, ανακτάμε κάτι από τη δική μας απειλούμενη αξιοπρέπεια και πρωτίστως κάτι από την πολιτική αξιοπρέπεια του συλλογικού υποκειμένου. Κοιτάζοντάς τους στα μάτια ίσως να μπορέσουμε να κοιτάξουμε και το πρόσωπό μας στον καθρέφτη. Θα μου πείτε, πώς είναι δυνατόν να βοηθήσουμε, όταν οι περισσότεροι από εμάς είμαστε στα όρια της ανέχειας; Είναι, αν μοιραστούμε τη φροντίδα ενός συγκεκριμένου ατόμου της γειτονιάς μας μαζί με φίλους, ή με μέλη της ευρύτερης οικογένειάς ή με γείτονες, με συναδέλφους, συμφοιτητές, φίλους στο Facebook, προσφέροντας με αυτόν τον τρόπο στο «δικό» μας άστεγο φιλοξενία εκεί απ’ όπου είναι αποκλεισμένος: τους τόπους συλλογικότητας.
Έτσι ο συγκεκριμένος άστεγος επανεντάσσεται στο κοινωνικό δεσμό και αποκτά όνομα και αναγνωρίσιμο πρόσωπο. Αντί να βρίσκεται στο έλεος της ντροπής, αρχίζει να θυμάται ότι έχει αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα. Και εδώ τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς να στηρίξουμε τους άστεγους για να αυτοοργανωθούν και να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους; Σπάζοντας το φράγμα της ντροπής, με τακτ και διακριτικότητα, ξαναδίνοντας μια στοιχειώδη πρόσβαση στην κοινωνικότητα, με μια χειρονομία, δύο κουβέντες, ένα νοιάξιμο που τους προσφέρει ένα χώρο, όπου ανακτούν την κοινωνική υπόστασή τους. Μια τέτοια διαδικασία αυτοοργάνωσης των αστέγων θα μπορούσε να ξεκινήσει από ανθρώπους εκτοπισμένους σε ακατάλληλους για στέγαση χώρους και να επεκταθεί σταδιακά στους άστεγους του δρόμου. Γιατί αυτό που ο δήμαρχος και η παράταξή του θέλει να αποκλείσει από το πολιτικό παιγνίδι, είναι ακριβώς η αμεσοδημοκρατική οργάνωση των αστέγων και η διεκδίκηση αξιοπρεπούς στέγης όχι σαν εποχιακή φιλευσπλαχνία, που θα λιώσει με την άνοδο της θερμοκρασίας, αλλά σαν αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα.

Αλληλεγγύη αντίδοτο
στο φάσμα του φόβου


Παράλληλα, εμείς, που έχουμε μια στέγη, ας ξαναβρούμε τη χαρά να μοιραζόμαστε. Έτσι μπορούμε να πλέξουμε έναν ιστό από δίκτυα στήριξης και αλληλεγγύης που να διατρέχουν την πόλη, ενώ ταυτόχρονα εμείς οι ίδιοι σπάμε το φάσμα του φόβου και της παθητικότητας. Γιατί μέσα από αυτή την άτυπη και ευέλικτη δικτύωση, καθώς δεν αφήνουμε τους πιο ευάλωτους εκτεθειμένους στη μοναχική περιθωριοποίηση της εγκατάλειψης, βγαίνουμε και εμείς οι ίδιοι από το ιδιωτικό μας περιθώριο. Δεν είμαστε πια μόνοι. Μπορούμε να μοιραστούμε βάρη, έγνοιες και προβλήματα με τους υπόλοιπους «ανάδοχους» του δικού μας άστεγου.
Τέτοιες χειρονομίες δημιουργούν μικροεστίες αντίστασης η εμβέλεια των οποίων ξεπερνά κατά πολύ την αρχική επιδίωξη. Αυτές οι πρακτικές μπορούν να στοιχειοθετήσουν τη βάση μιας άλλης υποκειμενικότητας, που δεν υπόκειται στις νομοτέλειες της βιομέριμνας και της επιβίωσης. Από τον κυνικό φιλοτομαρισμό τού καθείς για την πάρτη του, στη συμμετοχική διαμόρφωση μιας κοινής μοίρας. Από τη λογιστική της επιβίωσης, στη γενναιοδωρία της ζωής. Απώτερος στόχος βέβαια είναι αυτές οι πρακτικές να μην παραμείνουν μεμονωμένες και κατακερματισμένες, αλλά να συγκλίνουν σε ένα καθολικότερο κίνημα αλληλεγγύης, όπου μπορούν να συνυπάρχουν επιτροπές γονέων στα σχολεία, συνελεύσεις στις γειτονιές, κοινωνικά ιατρεία κ.ο.κ.
Αυτονόητο είναι ότι τέτοιες χειρονομίες ούτε αρκούν, ούτε απαλλάσσουν το κράτος από τις ευθύνες του. Διατρανώνουν όμως τη βούλησή μας να μην αποδεχτούμε αυτή την κατάσταση φρίκης, να μην παραιτηθούμε από την αξιοπρέπειά μας, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι μόνο όλοι σ’ ένα συλλογικό ορίζοντα μπορούμε να σταθούμε όρθιοι.

Να υπερβούμε τους
φραγμούς ανάμεσά μας


Όταν ένας από εμάς, ο πιο ευάλωτος, πέφτει, δεκάδες χέρια να απλώνονται για να τον βοηθήσουν να σταθεί. Και ίσως εδώ, με αφετηρία το θέμα της στέγης, να γίνει δυνατό να ξεπεραστούν εθνοτικοί και άλλου τύπου φραγμοί ανάμεσα σε αυτούς που έχουν υποχρεωθεί να ζουν στην εξαθλίωση. Γιατί μια πρωτοβουλία για τους άστεγους δεν επιτρέπεται να κάνει διακρίσεις ανάμεσα στο νέο-άστεγο και στο χρόνιο άστεγο, ανάμεσα στον άστεγο με i phone και στον αφγανό πρόσφυγα.
Ασφαλώς δεν περιμέναμε τέτοιες δημοκρατικές ευαισθησίες από τον κύριο Καμίνη, που απαιτεί πιστοποιητικό ‘ελληνικότητας’ για να παραχωρήσει θέση στους ξενώνες του, οι οποίοι είναι έτσι κι αλλιώς εξαιρετικά μικρής χωρητικότητας. Στόχος αυτής της πολιτικής επιλογής, που αποκλείει εξάλλου γυναίκες και παιδιά από τους ξενώνες, είναι να παγιωθούν στεγανά ανάμεσα στους άστεγους και να καλλιεργηθούν διαφοροποιήσεις και αντιθέσεις ανάμεσα σε κατηγορίες αστέγων. Δεν ισχυρίζομαι ότι είναι αυτονόητο οι ίδιοι οι νεο-άστεγοι να δεχτούν να ‘συστεγαστούν’ σε μια κοινή κατηγορία με πρόσφυγες και μετανάστες χωρίς χαρτιά. Αλλά η κοινή συνθήκη ζωής χωρίς στέγη μπορεί να γίνει το πεδίο μιας πρώτης προσέγγισης. Γιατί και οι μεν και οι δε βρίσκονται στο δρόμο και στερούνται τα στοιχειώδη, παρότι κατέληξαν εκεί από διαφορετικές διαδρομές.
Ας μην πέσουμε λοιπόν στη λούμπα να φροντίζουμε αποκλειστικά τους «ομοεθνείς» άστεγους, τους οιονεί ομοίους μας και να κλείνουμε τα μάτια μπροστά στην ακραία εξαθλίωση των μεταναστών χωρίς χαρτιά, που γίνονται επιπλέον συστηματικά θύματα ρατσιστικής βίας. Γιατί τότε θα κινδυνεύαμε να δούμε να γενικεύονται τραγικά φαινόμενα, σαν εκείνα που διαδραματίζονται στις χωματερές, όπου νεόφτωχοι έλληνες και εξαθλιωμένοι μετανάστες ανταγωνίζονται για τα αποφάγια.
Η πραγματική λύση στο πρόβλημα της στέγης θα ήταν βέβαια η επίταξη κενών εκκλησιαστικών, δημοτικών και δημόσιων κτιρίων. Στο μέτρο που αυτά δεν παραχωρούνται στους δικαιωματικά δικαιούχους, τους άστεγους, δεν απομένει παρά η προσωρινή κατάσχεση-κατάληψη αχρησιμοποίητων κτιρίων της Εκκλησίας του Δήμου του Δημοσίου. Η στέγη δεν παραχωρείται από φιλευσπλαχνία για ένα ή τρία βράδια με χιονιά, αλλά στοιχειοθετεί ένα αναφαίρετο ανθρώπινο δικαίωμα. Με τις καταλήψεις κτιρίων από επιτροπές αστέγων και αλληλέγγυων μπορούμε να ιδιοποιηθούμε και πάλι τον αστικό ιστό, κάνοντας δικό μας τον χώρο τής πόλης. Οι αρχές αντιμετώπισαν με τέτοια αγριότητα την κατάληψη 20-30 ατόμων στο καφενείο, γιατί μπορούσε να δημιουργήσει προηγούμενο.

Φιλοξενία ή οικειοποίηση του χώρου;

Σύμφωνα με τους πιο συντηρητικούς υπολογισμούς ο αριθμός των αστέγων στην Αθήνα κυμαίνεται ανάμεσα στις 11.000 και τις 15.000, ενώ σύμφωνα με άλλες εκτιμήσεις ανέρχεται στις 20.000 με 25.000. Και ο ανώτατος δημοτικός άρχοντας καυχάται γιατί προσέφερε στέγη στο 0,5% ή στην καλύτερη των περιπτώσεων στο 1% από αυτούς για τρεις ή τέσσερις μέρες το χρόνο! Υποκλινόμαστε μπροστά σε τόση μεγαλοθυμία! Το κατά πόσον βέβαια είναι ειλικρινές το ενδιαφέρον του δημάρχου Αθηναίων για την τύχη των αστέγων και το τί ακριβώς τούς επιφυλάσσει μόλις ανέβουν ελάχιστα οι θερμοκρασίες, αποδεικνύεται από το ανατριχιαστικό γεγονός που διαδραματίστηκε στο Ρουφ. Όπως κατήγγειλε η Ανοιχτή Πόλη, τη Δευτέρα 6/2 το γυμναστήριο του Ρουφ έκλεισε, με αποτέλεσμα οι άστεγοι που κατέφυγαν εκεί για να προστατευτούν από το χαλάζι και την καταρρακτώδη βροχή, να πεταχτούν στο δρόμο και τα πράγματά τους στα σκουπίδια. Ανάμεσά τους και μια έγκυος γυναίκα, που τελικά μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο. Δύο μέρες μετά, με την πτώση της θερμοκρασίας, άνοιξαν δύο άλλοι χώρους φιλοξενίας, αλλά σε διαφορετικές από την προηγούμενη φορά περιοχές και πάλι μόνο για ελάχιστες μέρες. Με αποτέλεσμα ο απολύτως πρόσκαιρος και επισφαλής χαρακτήρας της φιλοξενίας να μην αφήνει στους άστεγους το περιθώριο να οικειοποιηθούν ένα χώρο.

Από την καταναλωτική φρενίτιδα στη φτώχεια

Θα εθελοτυφλούσαμε αν περιορίζαμε την οπτική μας στο επίπεδο της «μέριμνας για τον συνάνθρωπο» -χωρίς αυτό να υπονοεί ότι πρέπει να την ξορκίσουμε στο όνομα μιας ιδεολογικής καθαρότητα- κι αν παρακάμπταμε το κρίσιμο ερώτημα: πώς άραγε κατέληξαν αυτοί οι χιλιάδες άνθρωποι να γίνουν άστεγοι; Οι περισσότεροι -τουλάχιστον οι τελευταίες φουρνιές- δεν βρέθηκαν στο δρόμο προσκρούοντας σε κοινές αντιξοότητες της ζωής. Αποτελούν στην πλειοψηφία τους εξιλαστήρια θύματα στο βωμό της «εξυγίανσης» της οικονομίας και της «σωτηρίας της πατρίδος».
Τις τελευταίες δεκαετίες η πολιτική ηγεσία δεν έπαψε να υποδαυλίζει συστηματικά την καταναλωτική φρενίτιδα των δανειακών προγραμμάτων των τραπεζών, που μας βομβάρδιζαν με στεγαστικά, καταναλωτικά και πάσης φύσεως δάνεια. Η υπερχρέωση των νοικοκυριών δεν είναι άραγε το μείζον επίτευγμα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος; Οι 80.000 επιχειρήσεις που έκλεισαν τα δύο τελευταία χρόνια, η ραγδαία αύξηση της ανεργίας δεν αποτέλεσαν το βασικό συντελεστή στη δημιουργία μιας στρατιάς αστέγων; Για να μην αναφερθούμε στην κερδοσκοπική ασυδοσία που ενορχήστρωσε την ιλιγγιώδη άνοδο των τιμών των ακινήτων, η οποία παράλληλα με τις ληστρικές πρακτικές των τραπεζών, είχε σαν αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες που αγόρασαν με δάνειο να καλούνται να ξεπληρώσουν χρέη που υπερβαίνουν κατά πολύ τη σημερινή αξία του σπιτιού τους. Θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο να γίνει μια έρευνα, που να δώσει σε αυτούς τους ανθρώπους τον λόγο και να διευκρινίσει ποιο ρόλο έπαιξαν όλοι αυτοί οι παράγοντες στη δημιουργία μιας στρατιάς αστέγων. Οι μαρτυρίες τους θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε με ποιο τρόπο εγγράφεται η προσωπική διαδρομή του καθενός τους στη σημερινή οικονομική συγκυρία.
Συμπερασματικά, διακρίνουμε τρία επίπεδα πάλης στη διεκδίκηση του αναπαλλοτρίωτου δικαιώματος στη στέγη. Το μικρο-κοινωνικό, που δημιουργεί πολλαπλές εστίες αντίστασης, το ενδιάμεσο, με συνελεύσεις στις γειτονιές και πρωτοβουλίες αλληλεγγύης που παράγουν οριζόντιους ιστούς, και, τέλος, το μακρο-κοινωνικό, που αφορά τους κανόνες κατανομής του πλούτου και τη νομή των αγαθών στην κοινωνία. Ας ξεκινήσουμε από τα μικρά που κάθε άλλο παρά ήσσονος σημασίας είναι.


 * Η Βίκη Σκούμπη είναι αρχισυντάκτρια του περιοδικού «αληthεια».
http://epohi.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: