Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

εφημερίδας ΚΟΝΤΡΑ ! Κυκλοφόρησε Σάββατο 30 Ιουλίου!


Τριάντεφτά χρόνια ομαλού κοινοβουλευτικού βίου έχει συμπληρώσει ο ελληνικός καπιταλισμός, η δυνατότητα διεξαγωγής δημοψηφίσματος υπάρχει στο σύνταγμά του, όμως έχει ασκηθεί μόνο μια φορά: το 1975। Αφορούσε τη μορφή του πολιτεύματος (βασιλευόμενη ή κοινοβουλευτική δημοκρατία) και το αποτέλεσμά του είναι γνωστό। Εκτοτε, υπήρξαν σημαντικότατες, κομβικές επιλογές, οι οποίες δεν τέθηκαν υπόψη του λαού με δημοψήφισμα। Η είσοδος στην ΕΟΚ έγινε με μια απλή ψηφοφορία στη Βουλή, ενώ το ΠΑΣΟΚ, που υποσχόταν δημοψήφισμα για ν’ αποφασίσει ο λαός αν θέλει ένταξη ή ειδική σχέση, ξέχασε τη «δέσμευσή» του (δεν ήταν η μόνη), αμέσως μόλις κατέκτησε την εξουσία. Η είσοδος στην ΟΝΕ και το ευρώ έγινε επίσης με μια απλή ψηφοφορία στη Βουλή, την ίδια ώρα που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες γίνονταν δημοψηφίσματα. Το Μνημόνιο και η δανειακή σύμβαση που έζεψαν τον ελληνικό λαό στο άρμα της «κινεζοποίησης» ψηφίστηκαν από μια ισχνή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Από ακόμη ισχνότερη πλειοψηφία θα ψηφιστεί και η νέα δανειακή σύμβαση, που θα κάνει πιο σφιχτό το αλυσόδεμα και θα διευρύνει τον χρονικό του ορίζοντα μέχρι το 2050.

Μπορεί το Μνημόνιο να ψηφίστηκε μόνο από τη Βουλή, μπορεί το νέο Μνημόνιο να ψηφιστεί πάλι μόνο από τη Βουλή, όμως στο μεσοδιάστημα ο Παπανδρέου υπόσχεται στο λαό πως θα έχει τη δυνατότητα να εκφραστεί μέσω δημοψηφίσματος για μείζονος σημασίας θέματα, όπως… ο αριθμός των βουλευτών. Πριν μιλήσουμε αναλυτικότερα για τα όσα εξωφρενικά είδαν το φως της δημοσιότητας τις τελευταίες μέρες, αξίζει τον κόπο να μιλήσουμε γενικότερα για τα δημοψηφίσματα στην αστική δημοκρατία, μέσα από την εμπειρία σχετικά πρόσφατων δημοψηφισμάτων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το θεωρούμε απαραίτητο, διότι θα είναι και πάλι αρκετοί αυτοί (πρώτοι-πρώτοι οι συνασπισμοσυριζαίοι) που θα δοκιμάσουν ν’ αντιπαραθέσουν τον κουτσουρεμένο (κατά την άποψή τους) ελληνικό κοινοβουλευτισμό στον αναπτυγμένο δυτικοευρωπαϊκό κοινοβουλευτισμό.

Αν οι εκλογές μπορούσαν ν’ αλλάξουν τον κόσμο, θα ήταν παράνομες, έχει γράψει με το γνωστό του φλέγμα ο Φρίντριχ Ενγκελς. Το ίδιο ισχύει, κατά μείζονα λόγο, για τα δημοψηφίσματα, τα οποία διεξάγονται με σχετική φειδώ και παρουσιάζονται σαν μια διαδικασία άμεσης δημοκρατίας. Κάνουμε ένα δημοψήφισμα για να συμφωνήσετε μαζί μας, λένε οι αστοί πολιτικοί στις εργαζόμενες μάζες. Αν δεν συμφωνήσετε, τόσο το χειρότερο για σας. Θα βρούμε τρόπο να κάνουμε το δικό μας και όχι το δικό σας. Το 2005, σε Γαλλία και Ολλανδία οι ψηφοφόροι απέρριψαν το ευρωσύνταγμα σε δημοψηφίσματα που έγιναν. Ατάραχες οι ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες, βάφτισαν το ευρωσύνταγμα «ευρωσυνθήκη» και την ψήφισαν στα κοινοβού-λια, παρακάμπτοντας τη λαϊκή θέληση. Το 2008, η ευρωσυνθήκη απορρίφθηκε σε δημοψήφισμα και από τον ιρλανδικό λαό. Οργισμένοι οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές ηγέτες από το… θράσος ενός πληθυσμιακά μικρού λαού, υποσχέθηκαν ότι θα κάνουν συνεχή δημοψηφίσματα μέχρι οι Ιρλανδοί να ψηφίσουν «ναι». Δεν χρειάστηκε να κάνουν πολλά, στο επόμενο κέρδισαν. Οι εκβιασμοί έφεραν το ποθητό αποτέλεσμα.

Από τότε που ο Παπανδρέου ανακοίνωσε ότι θα προκηρύξει δημοψήφισμα το φθινόπωρο για να τεθούν στην… έγκριση του λαού ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, σχολιάσαμε ότι αν τελικά γίνει αυτό το δημοψήφισμα, θα είναι ένας αντιπερισπασμός, μια προσπάθεια της κυβέρνησης να ανακαθορίσει την πολιτική ατζέντα και να πάρει μια κάποια πρωτοβουλία στο πολιτικό παιχνίδι, δείχνοντας ότι δήθεν ρίχνει γέφυρες προς τους «αγανακτισμένους». Τίποτα περισσότερο απ’ αυτό. Και μάλιστα, ένας αντιπερισπασμός που θα πέσει στο κενό, γιατί ο κόσμος που έχει κινητοποιηθεί, είτε στις εθιμοτυπικές απεργίες της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας είτε στις πλατείες, δεν έχει βάλει σαν σκοπό του τη… σωστή λειτουργία του πολιτικού συστήματος, αλλά την απαλλαγή του από τα δεινά που έχει επιφέρει η μνημονιακή πολιτική. Οσο, λοιπόν, δεν επέρχεται η παραμικρή ανακούφιση απ’ αυτή την πολιτική, δεν υπάρχει περίπτωση να πετύχει οποιοσδήποτε αντιπερισπασμός. Αν η αντιπολίτευση έπαιζε σ’ αυτό το παιχνίδι, θα υπήρχε μια περίπτωση κάτι να πετύχουν, από τη στιγμή, όμως, που η αντιπολίτευση δεν παίζει, ο Παπανδρέου θα είναι απομονωμένος απ’ όλες τις πλευρές.

Το προσχέδιο νόμου που παρουσίασε ο Καστανίδης στο υπουργικό συμβούλιο και μετά, με το γνωστό του στόμφο, στον Τύπο, είναι ένα έκτρωμα. Αν αξίζει να το σχολιάσουμε, είναι γιατί μας επιτρέπει να κάνουμε μερικά γενικότερα σχόλια για την αστική δημοκρατία και τις… αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες της.

Σύμφωνα με το προσχέδιο, που υλοποιεί τη σχετική συνταγματική πρόβλεψη, η οποία υπάρχει από το 1975. Επιπρόσθετα, με τη ρύθμιση που προωθείται διευρύνεται η έννοια του «κρίσιμου εθνικού θέματος» ώστε να μην περιλαμβάνει μόνο ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, αλλά και «ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος σχετικά με την πολιτική, την κοινωνική και την οικονομική ζωή της χώρας, το σοβαρό κοινωνικό ζήτημα και το δημοσιονομικό ζήτημα».

Πριν δούμε πώς επιτυγχάνεται αυτή η διεύρυνση, πρέπει να κάνουμε ένα γενικότερο σχόλιο. Χρειάζεται μεγάλο θράσος για να ισχυρίζεσαι ότι τα δημοψηφίσματα αποτελούν μορφή άμεσης δημοκρατίας, όπως ισχυρίστηκε ο Καστανίδης, όταν η πρωτοβουλία βρίσκεται στα χέρια της κυβέρνησης και της Βουλής, δηλαδή της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Στο νομοσχέδιο δεν προβλέπεται διαδικασία πρόκλησης δημοψηφίσματος από το λαό (με συλλογή υπογραφών ή με άλλο τρόπο). Ο Καστανίδης εξήγησε ότι δεν υπάρχει τέτοια πρόβλεψη στο Σύνταγμα. Δεν υπάρχει και απαγόρευση, όμως. Οπότε, αν ήθελε η κυβέρνηση, μπορούσε με μια ρύθμιση-καραμπόλα (λαός-κυβέρνηση-βουλή) να προβλέψει κι αυτή τη δυνατότητα. Εστω, για τα μάτια του κόσμου. Δεν το έκανε, γιατί απλούστατα δεν θέλουν να δώσουν ούτε αυτή την τυπική δυνατότητα στο λαό, η οποία μπορεί να προκαλέσει δυσλειτουργίες στο σύστημα, ειδικά σε περιόδους κρίσης και αναξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος, όπως η σημερινή.

Το προσχέδιο Καστανίδη, ακολουθώντας τη λογική του Συντάγματος, προβλέπει δυο τύπους δημοψηφισμάτων.

♦ Ο πρώτος τύπος αφορά δημοψηφίσματα «για κρίσιμο εθνικό θέμα». Αυτά γίνονται με πρόταση του υπουργικού συμβούλιου, η οποία εγκρίνεται από τη Βουλή με απλή πλειοψηφία. Η πρόκληση έγκειται στο ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν θα είναι δεσμευτικό για την κυβέρνηση, αλλά θα έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα! Δηλαδή, το δημοψήφισμα εξισώνεται με ένα γκάλοπ, το οποίο διεξάγεται με κρατικές δαπάνες!

Ο πονηρός Καστανίδης, βέβαια, διευκρίνισε, ότι αυτό το θέμα παραμένει ανοιχτό στη διαβούλευση και άφησε να εννοηθεί ότι η λαϊκή ετυμηγορία θα είναι δεσμευτική για την κυβέρνηση, αν το ποσοστό της συμμετοχής στο δημοψήφισμα υπερβαίνει το 50%. Είναι πολύ πιθανό να βγάλουν αυτή τη διάταξη για συμβουλευτικού χαρακτήρα αποτέλεσμα, γιατί α- πλούστατα δεν τους χρειάζεται ως ασφαλιστική δικλίδα. Από τη στιγμή που το δημοψήφισμα διεξάγεται με πρόταση του υπουργικού συμβούλιου, μπορούν να ελέγχουν απόλυτα την κατάσταση. Είναι σαν τις πρόωρες εκλογές. Η κυβέρνηση τις κάνει όταν τη βολεύουν (μοναδική εξαίρεση μέχρι τώρα ο Καραμανλής ο μικρός, που έκανε πρόωρες εκλογές για να δραπετεύσει από την εξουσία). Αν η κυβέρνηση κρίνει ότι μπορεί άνετα να κερδίσει ένα δημοψήφισμα, θα το κάνει. Αν αμφιβάλλει, αν υπάρχει ρίσκο, απλούστατα δεν θα το προκηρύξει ποτέ κι ας φωνάζει όσο θέλει η αντιπολίτευση ή ο κόσμος στους δρόμους και τις πλατείες. Τρανταχτό παράδειγμα αυτό που έγινε με την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου, με εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου στις πλατείες όλης της χώρας.

♦ Ο δεύτερος τύπος δημοψηφισμάτων θα αφορά ψηφισμένα νομοσχέδια που ακόμα δεν έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα της κυβέρνησης. Για να προκηρυχθεί τέτοιο δημοψήφισμα απαιτείται, όπως προβλέπεται από το Σύνταγμα (αναθεώρηση του 1985), πρόταση από τα 2/5 της Βουλής (120 βουλευτές), η οποία θα εγκριθεί από αυξημένη πλειοψηφία των 3/5 (180 βουλευτές). Το αποτέλεσμα αυτού του δημοψηφίσματος, σύμφωνα με το προσχέδιο Καστανίδη, θα είναι δεσμευτικό για την κυβέρνηση και τη Βουλή, εφόσον η συμμετοχή είναι «τουλάχιστον το 50% όσων είναι γραμμένοι στους εκλογι- κούς καταλόγους».

Το ζήτημα, όμως, δεν είναι η εξασφάλιση του 50% του εκλογικού σώματος, αλλά η εξασφάλιση των 180 βουλευτών που θ’ αποφασίσουν το δημοψήφισμα. Οι 120 που θα το προτείνουν μπορεί να βρεθούν και από την αντιπολίτευση, όμως οι 180 που θα το αποφασίσουν μόνο με διάσπαση της κυβερνητικής πλειοψηφίας μπορεί να προκύψουν. Αυτό, όμως, προϋποθέτει πολιτική κρίση κορυφών, η οποία θα οδηγήσει μάλλον σε εκλογές, παρά σε δημοψήφισμα. Ακόμα και αν υπάρχει πλειοψηφία υπέρ της κατάργησης ενός ψηφισμένου νόμου, αυτή η πλειοψηφία θα προτιμήσει να πάει σε εκλογές και μετά η νέα Βουλή να καταργήσει το νόμο, παρά να δώσει τη δυνατότητα ο νόμος να καταργηθεί με δημοψήφισμα, δηλαδή με κάποιου είδους λαϊκή συμμετοχή. Αυτό αποτελεί υποχρέωση αυτοάμυνας του αστικού πολιτικού συστήματος.

Ολα δείχνουν, λοιπόν, ότι όχι άμεση δημοκρατία δεν είναι τα δημοψηφίσματα, αλλά ούτε καν μια μορφή έμμεσης λαϊκής συμμετοχής στον επηρεασμό των πολιτικών αποφάσεων. Η αστική τάξη κρατάει όλη την εξουσία στα χέρια της κι αν κάτι στραβώσει και χάσει τον έλεγχο σε κάποιο τομέα, έχει όλα τα μέσα να παρακάμψει τη λαϊκή ετυμηγορία. Η δικτατορία της αστικής τάξης θα θριαμβεύσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: